Ο κ. Χατζηπαυλής μας μιλά για την ερευνητική του εργασία, για το ρόλο της κλιματικής αλλαγής αλλά και την καταστροφική παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα στον παράκτιο χώρο. «Μετά τη δεκαετία του ‘80 όταν και αυξήθηκε, θεαματικά ο τουρισμός στην Ελλάδα, έχουμε το εντατικό χτίσιμο των ακτών το οποίο έχει επιφέρει μεγάλες αλλαγές στην παράκτια μορφοδυναμική» αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως, «το χτίσιμο κατασκευών, όπως παράκτιοι τοίχοι και δρόμοι έχουν συνεισφέρει σημαντικά στη διάβρωση των παραλιών, όπως έγινε στην Κέφαλο πρόσφατα».
Δεν παραλείπει να σημειώσει πως, η τουριστική μας βιομηχανία βασίζεται στο τρίπτυχο ήλιος - θάλασσα - άμμος (τουριστικό μοντέλο 3S, Sun - Sea - Sand) και πως αν η άμμος περιοριστεί, θα έχουμε επιπτώσεις και στον τουρισμό.
Εκτιμά πως θα πρέπει να γίνει γενικά μια ολοκληρωμένη δράση καταγραφής και μελέτης του παράκτιου χώρου του νησιού, ενώ επισημαίνει πως, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακούσει για την αύξηση της θερμοκρασίας στη στεριά, δεν γνωρίζουν ότι η θερμοκρασία στη θάλασσα παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητικά αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια και έχουν σπάσει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ενώ παρατηρούνται ολοένα και πιο συχνά ισχυρές θύελλες που αυξάνουν την πίεση στις ακτές.
Δηλώνει ξεκάθαρα πως, οι περισσότερες παραλίες του νησιού μας παρουσιάζουν θέματα διάβρωσης, η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους. Ο μεν βόρειος τομέας είναι εκτεθειμένος στους βοριάδες, απ’ όπου προέρχονται οι συχνότεροι ισχυροί άνεμοι στο Αιγαίο, ενώ ο νότιος τομέας είναι περισσότερο ευπαθής σε φαινόμενα μετεωρολογικής παλίρροιας.
Και όλα αυτά, δηλαδή, το κλίμα και ο ανθρώπινος παράγοντας, οδηγούν και στην
υφαλμύρυνση του πόσιμου νερού. «Η υφαλμύρυνση των υπόγειων υδροφορέων δεν οφείλεται μόνο στις φυσικές διεργασίες, αλλά κυρίως στις ανθρώπινες παρεμβάσεις και στις ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις» τονίζει.
Αναλύει τα διαθέσιμα μέτρα αντιμετώπισης, ενώ ως εξειδικευμένος επιστήμονας, προτείνει τη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου παράκτιου περιβάλλοντος, το οποίο θα συγκεντρώνει απαραίτητα δεδομένα και καταγράφει/παρακολουθεί τις διεργασίες του παράκτιου χώρου, εκπονεί ολοκληρωμένες-εξειδικευμένες μελέτες και προτείνει στοχευμένες δράσεις/λύσεις που θα υποβοηθούν τους πολιτικούς άρχοντες στο σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής διαχείρισης της παράκτιας ζώνης.
Τέλος, συνδέει το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο με τη διάβρωση των ακτών, λέγοντας πως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ευπάθεια του νησιού στην παράκτια διάβρωση και πλημμύρα και πως οι προτεινόμενες κατασκευές ή αναπτυξιακές δομές στον παράκτιο χώρο, θα πρέπει να γίνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να «σέβονται» σε εισαγωγικά αυτόν τον κίνδυνο. Κάτι που ούτως ή άλλως είναι απαραίτητο μιας και προβλέπεται από την υφιστάμενη εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ερ: Κύριε Χατζηπαυλή, πότε ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε το διδακτορικό σας για τη διάβρωση των ακτών;
Α.Χ.: Το διδακτορικό μου το ξεκίνησα αμέσως μετά την ολοκλήρωση του μεταπτυχιακού μου τίτλου στην ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης το 2014. Λόγω της ταυτόχρονης απασχόλησής μου σε διάφορα συναφή ερευνητικά προγράμματα το ολοκλήρωσα το 2022. Έκτοτε συνεχίζω στον ακαδημαϊκό χώρο ως μετα-διδακτορικός ερευνητής σε θέματα παράκτιας υδρο-μορφοδυναμικής και διαχείρισης της παράκτιας ζώνης. Έχω εργαστεί σε διαφορετικά παράκτια περιβάλλοντα σε Γερμανία, Κίνα, Ελλάδα και Κύπρο. Αυτή τη στιγμή απασχολούμαι στο Πανεπιστήμιο της Φεράρα της Ιταλίας και οι ερευνητικές μου δραστηριότητες εστιάζονται στην παράκτια ζώνη μεταξύ Βενετίας – Ραβένας, καθώς και σε ορισμένες παραλίες της Σαρδηνίας, που αντιμετωπίζουν σημαντικά θέματα διάβρωσης και πλημμύρας.
Ερ: Ποιες περιοχές μελετήσατε;
Α.Χ.: Η διδακτορική μου διατριβή εστιάστηκε σε δυο διαφορετικά παραλιακά συστήματα. Πιο συγκεκριμένα, μελέτησα την παραλία της Αμμουδάρας στην Κρήτη, η οποία έχει προστατεύεται από έναν αβαθή φυσικό ύφαλο που στην ουσία δρα ως βυθισμένος κυματοθραύστης, ενώ επίσης μελέτησα μια κλασσική παραλία ανοιχτού τύπου, την παραλία Καμάρι της Σαντορίνης.
Ερ: Η Κως πού μπαίνει μέσα σε όλα αυτά; Δηλαδή, υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία με τις παραλίες της Κω;
Α.Χ.: Ως Κώος πάντα ήθελα να προσφέρω στο νησί τις γνώσεις που έχω αποκομίσει ασχολούμενος με το αντικείμενο όλα αυτά τα χρόνια. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του διδακτορικού μου είχα λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Λοχαγού Φανουράκη, όπου επιθυμία του ιδρυτή του αείμνηστου Σωκράτη Φανουράκη ήταν η προσφορά στο νησί μας. Η ευκαιρία δόθηκε με το να καταφέρουμε να εντάξουμε την Κω στις ερευνητικές δραστηριότητες του ερευνητικού προγράμματος MARICC του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Για όποιον ενδιαφέρεται, μπορεί να μπει στην ιστοσελίδα maricc.gr και να λάβει αναλυτικές πληροφορίες για τα αποτελέσματά του. Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος φτιάξαμε για πρώτη φορά το λεγόμενο παραλιολόγιο (beach inventory) της Κω, όπου καταγράψαμε όλες τις παραλίες του νησιού μαζί με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (μορφολογικά, ιζηματολογικά και κοινωνικο-οικονομικά), ενώ επίσης μελετήσαμε τις διαβρωτικές τάσεις των τελευταίων 20 χρόνων, καθώς και τον διαβρωτικό και πλημμυρικό κίνδυνο που αναμένεται να αντιμετωπίσουν οι παραλίες στο μέλλον. Επίσης, μελετήθηκε η αναμενόμενη μεταβολή στη φέρουσα ικανότητα των παραλιών (δηλ. πόσο κόσμο μπορούν να φιλοξενήσουν οι παραλίες ταυτόχρονα), πραγματοποιήθηκε κοινωνικο-οικονομική έρευνα για τα θέματα διάβρωσης από ντόπιους καταστηματάρχες και παραλιακούς επισκέπτες, ενώ τοποθετήθηκε πιλοτικά στην παραλία Μαρμάρι σύστημα αυτόνομης παρακολούθησης της εξέλιξης της παραλιακής μορφοδυναμικής σε σχέση με το υδροδυναμικό καθεστώς.
Ερ: Πότε έγινε αυτό;
Α.Χ.: To συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα ξεκίνησε το 2021 και ολοκληρώθηκε το 2024.
Ερ: Οι διαπιστώσεις ποιες ήταν;
Α.Χ.: Οι διαπιστώσεις είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές για το νησί μας, μιας και η ιδιαιτερότητα της Κω συγκριτικά με τα υπόλοιπα νησιά της Ελλάδας, είναι οι χαμηλές κλίσεις του παράκτιου μετώπου, ειδικά για τις παραλίες του βόρειου τμήματος, που το καθιστά ιδιαίτερα ευπαθές στην άνοδο της θαλάσσιας στάθμης και στα θυελλώδη φαινόμενα τύπου μετεωρολογικής παλίρροιας. Ενδεικτικά αναφέρω πως μέσα από την ανάλυση δορυφορικών εικόνων για την περίοδο 2004–2023, διαπιστώθηκε διάβρωση στο 70% των παραλιών της Κω. Επίσης, αποτιμήσαμε την αναμενόμενη μελλοντική διάβρωση στη βάση επιστημονικά αποδεκτών σεναρίων κλιματικής αλλαγής, καθώς και την αναμενόμενη μείωση στη φέρουσα ικανότητά τους (δηλ. στον αριθμό των παραλιακών επισκεπτών που μπορούν να φιλοξενηθούν ταυτόχρονα). Η μελέτη έδειξε πως τουλάχιστον 1 στις 4 παραλίες αναμένεται να οπισθοχωρήσει κατά 20% με βάση το τωρινό τους πλάτος ως το 2050, ενώ για το δυσοίωνο κλιματικό σενάριο οι προβλέψεις είναι περισσότερο ανησυχητικές με το 80% των παραλιών της Κω να υποχωρεί κατά 20% του τωρινού τους πλάτους και 15% των παραλιών να αναμένεται να αφανιστεί πλήρως. Τέλος, διαπιστώσαμε πως στην πλειοψηφία τους (95%) οι παραλίες της Κω οριοθετούνται από παράκτιους κρημνούς ή και παράκτιες υποδομές, και επομένως δεν διαθέτουν επαρκή χώρο για να υποχωρήσουν προς την ξηρά. Ως εκ τούτου, οι παραπάνω εκτιμήσεις αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντική συρρίκνωση των παραλιών και μόνιμη διάβρωση.
Ερ: Και ήδη έχουμε άνοδο της θαλάσσιας στάθμης σε παγκόσμιο επίπεδο απ’ ό,τι διαβάζω.
Α.Χ.: Φυσικά. Σε παγκόσμιο επίπεδο έχουμε έναν αριθμό ανόδου της τάξης των τριών με τεσσάρων χιλιοστών το χρόνο, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η θαλάσσια στάθμη αυξάνεται παροδικά κατά τη διάρκεια μιας θύελλας, που μπορεί όμως να επιφέρει μεγάλης κλίμακας καταστροφές, όπως συνέβη πρόσφατα σε αρκετά νησιά του Αιγαίου και όχι μόνο στην Κω. Το τελευταίο θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, μιας και η επιστημονική κοινότητα έχει καταλήξει ότι τα φαινόμενα αυτά θα είναι ιδιαίτερα αυξημένα στο μέλλον.
Ερ: Έχει γίνει μέτρηση για το πόσα χιλιοστά έχει ανέβη η στάθμη της θάλασσας στην Κω ή με ποια ταχύτητα ανεβαίνει;
Α,Χ,: Ως τώρα, δεν έχει πραγματοποιηθεί κάποια μελέτη συγκεκριμένα για την Κω. Όμως, μελέτες για την ευρύτερη περιοχή του Νότιου Αιγαίου δείχνουν πως ο ρυθμός αύξησης της μέσης θαλάσσιας στάθμης είναι κοντά στον παγκόσμιο μέσο όρο, 3-4 mm το χρόνο.
Ερ: Είπαμε πως, λόγω της κλιματικής αλλαγής συμβαίνουν αυτά. Από την άλλη όμως, έχουμε και την ανθρώπινη παρέμβαση, κύρια στις παραλίες, τις οποίες έχουμε «βιάσει» κατά κάποιο τρόπο.
Α.Χ.: Χαίρομαι που το αναφέρετε αυτό, μιας και η ανθρώπινη παρέμβαση συνεισφέρει σημαντικότατα στη διάβρωση των παραλιών. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι τα περισσότερα έργα που έχουν πραγματοποιηθεί στον παράκτιο χώρο (κατασκευή ξενοδοχειακών μονάδων-κατοικιών, παράκτιων τοιχίων και δρόμων), έλαβε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Πριν από τη δεκαετία του ‘80 δεν ήταν πολύ χτισμένες οι ακτές μας. Μετά τη δεκαετία του ‘80 που αυξήθηκε, θεαματικά θα έλεγα, ο τουρισμός στον ελλαδικό χώρο, έχουμε το χτίσιμο των ακτών το οποίο έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην παράκτια μορφοδυναμική, δηλαδή, το πώς ανταποκρίνεται η μορφολογία της παραλίας στο υδροδυναμικό καθεστώς. Πέρα από αυτό, πολύ σημαντική είναι η ανθρώπινη παρέμβαση και σε περιοχές εκτός του παράκτιου χώρου η οποία όμως τον επηρεάζει σημαντικά, όπως είναι για παράδειγμα η κατασκευή φραγμάτων τα οποία διακόπτουν τη φυσική κίνηση των ιζημάτων προς τη θάλασσα.
Ερ: Κύριε Χατζηπαυλή, ενώ υπάρχουν νόμοι σύμφωνα με τους οποίους απαγορεύεται το χτίσιμο παρά θιν’ αλός, όχι μόνο έχουμε «κατακτήσει», όλες τις παραλίες, αλλά βλέπουμε να γίνονται προβλήτες, να γίνονται τοιχία κ.λ.π. Πώς αξιολογείτε επιστημονικά αυτές τις παρεμβάσεις;
Α.Χ.: Είναι γνωστό πως το χτίσιμο τέτοιου τύπου κατασκευών συνεισφέρει σημαντικά στη διάβρωση. Για παράδειγμα, η ύπαρξη ενός παράκτιου τοίχου όπως στην Κέφαλο, έχει ως αποτέλεσμα την ανάκλαση των κυματισμών σε συνθήκες θύελλας με αποτέλεσμα να μεταφέρεται άμμος από τη βάση του τοίχου προς τα ανοιχτά, και μακροπρόθεσμα κατάρρευση. Ένα φαινόμενο που είναι γνωστό στους παράκτιους μηχανικούς ως «υποσκαφή πόδα». Άλλα έργα όπως οι προβλήτες που αναφέρετε, διακόπτουν την οριζόντια μεταφορά των ιζημάτων, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η φυσική της διακίνηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ύπαρξη της προβλήτας/πρόβολου έχει ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση της άμμου στη μια πλευρά του έργου, ενώ από την άλλη πλευρά παρατηρείται διάβρωση. Οπότε, σίγουρα η ανθρώπινη παρέμβαση στα ζητήματα αυτά είναι πάρα πολύ σημαντική. Δυστυχώς τέτοιου τύπου κατασκευές έγιναν σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν και υπήρχε μπροστά αρκετό πλάτος παραλίας. Στις μέρες μας, όπου το παραλιακό πλάτος μειώθηκε σταδιακά με το πέρασμα των χρόνων, αρχίζουμε και βλέπουμε ορατά πλέον την επίπτωση που είχαν αυτά τα έργα και την κινητοποίηση του κόσμου, μιας και οι καταστροφές αρχίζουν πλέον να φτάνουν στην πόρτα μας.
Ερ: Αντί να κάνουμε μελέτες που αφορούν σε λιμενικά έργα για διαφορετικά μέρη του νησιού κάθε φορά, ένα στην πόλη, άλλο στην Κέφαλο κ.λ.π., δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μια για όλο το νησί προκειμένου να το προστατέψουμε; Διότι, είναι διαπιστωμένο πλέον πως, οι αποσπασματικές παρεμβάσεις επηρεάζουν αρνητικά το σύστημα και δημιουργούν προβλήματα.
Α.Χ.: Πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει γενικά μια ολοκληρωμένη δράση καταγραφής και μελέτης του παράκτιου χώρου του νησιού. Σίγουρα, μια μελέτη η οποία θα αναλύει διεξοδικά τον παράκτιο χώρο σε επίπεδο νήσου, στο σύνολό του δηλαδή, είναι απαραίτητη.
Ερ: Να επανέλθω στο θέμα «θάλασσα», αλλά σε γενικότερο επίπεδο. Τελευταία, γίνεται πολύς λόγος για τα «ασυνήθιστα νερά των ωκεανών».
Α.Χ.: Φυσικά. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακούσει για αύξηση της θερμοκρασίας στη στεριά. Όμως, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε ότι η θερμοκρασία στη θάλασσα παρουσιάζει ομοίως αυξητικές τάσεις μιας και η Γη δρα ως ενιαίο σύστημα. Στο Νότιο Αιγαίο, η μέση καλοκαιρινή επιφανειακή θερμοκρασία της θάλασσας φυσιολογικά κυμαίνεται μεταξύ 23-25°C, ενώ τα δεδομένα δείχνουν ρυθμό αύξησης της τάξης του 0.5°C ανά δεκαετία. Δε λείπουν όμως χρονιές που χαρακτηρίζονται από ακραία υψηλές θερμοκρασίες, όπως το 2024 όπου η μέση επιφανειακή θερμοκρασία της θάλασσας άγγιξε τους 28°C.
Ερ: Στο νησί μας, ποια περιοχή, ποια παραλία, παρουσιάζει μεγαλύτερο πρόβλημα διάβρωσης;
Α.Χ.: Οι περισσότερες παραλίες παρουσιάζουν θέματα διάβρωσης, η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους. Θα κατηγοριοποιούσα «χοντρικά» τις παραλίες του νησιού σε δύο τομείς: Στον βόρειο και στον νότιο τομέα. Ο δε βόρειος τομέας είναι περισσότερο εκτεθειμένος στους βοριάδες, που αποτελούν τη συχνότερη κατεύθυνση από την οποία προέρχονται μεγάλα κύματα. Από την άλλη, ο νότιος τομέας παρουσιάζει ευπάθεια σε φαινόμενα μετεωρολογικής παλίρροιας, όπως είδαμε να συμβαίνουν πρόσφατα, ενώ έχουν καταγραφεί πολλοί παραλιακοί ψαμμίτες, τα λεγόμενα beachrocks. Για να καταλάβουν οι αναγνώστες, πρόκειται για αυτές τις «γλιστερές» πλάκες που βλέπουμε σε πολλές παραλίες (όπως π.χ. στις παραλίες της Καρδάμαινας) οι οποίες δυσκολεύουν την πρόσβαση από τον επισκέπτη για να μπει στη θάλασσα. Ένα ιδιαίτερος γεωλογικός σχηματισμός που πέρα από την αισθητική υποβάθμιση των παραλιών, έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παράκτια μορφοδυναμική. Από έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 2016, διαπιστώσαμε πως 1 στις 4 παραλίες στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τέτοιου τύπου σχηματισμών, έχοντας συνήθως νότιο προσανατολισμό.
Ερ: Και βέβαια, η διάβρωση των ακτών παίζει σημαντικότατο ρόλο στην υφαλμύρυνση του πόσιμου νερού, όπως λ.χ. στην Καρδάμαινα αλλά και στη Λάμπη. Ίσως και αλλού που δεν γνωρίζω. Αυτό θα επιδεινωθεί με τον καιρό κύριε Χατζηπαυλή. Έτσι δεν είναι;
Α.Χ.: Αυτό είναι ένα σημαντικό θέμα που ανοίγετε προς συζήτηση. Η υφαλμύρυνση των υπόγειων υδροφορέων δεν οφείλεται μόνο στις φυσικές διεργασίες, αλλά κυρίως στις ανθρώπινες παρεμβάσεις και στις ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις. Όταν αντλούμε μεγάλες ποσότητες γλυκού νερού κοντά στο παράκτιο μέτωπο, μειώνεται η πίεση του υδροφορέα και επιτρέπεται στο θαλασσινό νερό να εισχωρήσει και να τον αντικαταστήσει.
Ερ: Δυστυχώς, οι γεωτρήσεις στην Κω, νόμιμες και παράνομες, είναι πολλές εκατοντάδες. Δεν τολμώ να υπολογίσω πόσες έχουμε με τόσες ξενοδοχειακές μονάδες, κάποιες από τις οποίες παίρνουν ταυτόχρονα νερό και από το δίκτυο της ΔΕΥΑΚ τόσο για τις ανάγκες των φιλοξενουμένων τους, όσο και για τους κήπους τους και τα πολλά τ.μ. γκαζόν. Επίσης και πολλές κατοικίες…
Α.Χ.: Αν και δεν είμαι ειδικός επί του θέματος, όλοι στο νησί έχουμε διαπιστώσει τη μείωση της ποιότητας του νερού που προμηθευόμαστε στα σπίτια μας λόγω της υψηλής ζήτησης. Επίσης, απ’ όσο γνωρίζω, ένα μεγάλο μέρος του νερού που διοχετεύεται στο δίκτυο «χάνεται» λόγω κακής συντήρησης του δικτύου. Σε κάθε περίπτωση, η περιοχή μας βιώνει ήδη μειωμένες βροχοπτώσεις ενώ οι προβλέψεις για το μέλλον δείχνουν ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό τους, που σε συνδυασμό με την υψηλή ζήτηση λόγω τουρισμού θα πρέπει να μας θέσουν όλους σε ανησυχία. Το Νότιο Αιγαίο, η Κρήτη και η Νότια Πελοπόννησος είναι περιοχές που στο μέλλον θα είναι ξηρότερες, με αύξηση θερμοκρασιών και μείωση των βροχοπτώσεων.
Ερ: Μέτρα αντιμετώπισης υπάρχουν; Είτε άμεσα, είτε μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα ώστε να ανακόψουμε τη διάβρωση των ακτών μας και ό,τι αρνητικό αυτή επιφέρει;
Α.Χ.: Η διεθνής βιβλιογραφία δίνει τρείς ρεαλιστικές επιλογές για τη διαχείριση της κατάστασης που συνοψίζονται ως εξής: Αρχικά, υπάρχει πάντα η επιλογή τού να αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν (Do nothing). Έπειτα, υπάρχει η επιλογή διατήρησης της ακτογραμμής στην τωρινή της κατάσταση (Hold the line). Αυτό πραγματοποιείται με τεχνικά έργα τα οποία διαφέρουν και εξαρτώνται από την ιδιαιτερότητα της κάθε περιοχής. Μπορεί να είναι είτε σκληρά προστατευτικά έργα, όπως η κατασκευή κυματοθραυστών και προβόλων, είτε έργα φιλικότερα προς το περιβάλλον όπως είναι η τεχνητή αναπλήρωση της ακτής με άμμο και η επαναφορά των αμμμοθινικών συστημάτων τα οποία έχουν καταστραφεί σε πάρα πολλές περιοχές, αλλά όπως καταλαβαίνετε, για να πραγματοποιηθούν τέτοια έργα χρειάζονται αναλυτικές μελέτες. Τέλος, η τρίτη επιλογή είναι αυτή της οργανωμένης οπισθοχώρησης (Managed retreat). Στη Σαρδηνία όπου βρισκόμουν πρόσφατα για εργασίες πεδίου, σε μία τουριστική παραλία (Poetto) η οποία αντιμετώπιζε από παλιά θέματα διάβρωσης και πραγματοποιήθηκε αναπλήρωση της ακτής με άμμο, η ακτή επανα-διαβρώθηκε και πλέον συζητείται σε τοπικό επίπεδο να μετακομίσουν οι μόνιμες κατασκευές (ξενοδοχεία, κρατικά κτίρια, εστιατόρια και καφετέριες) που βρίσκονται στη συγκεκριμένη παραλία, προς τα πίσω. Βέβαια, στη συγκεκριμένη παραλία υπάρχει ο χώρος πίσω από την παραλία για να πραγματοποιηθεί μία τέτοια κίνηση. Η επιλογή της κατάλληλης πολιτικής βασίζεται συνήθως σε προηγούμενες μελέτες κόστους-οφέλους, που καταδεικνύουν τι «συμφέρει» περισσότερο από άποψη οικονομικών όρων.
Ερ: Το βασικό είναι η πολιτική βούληση, γιατί κινδυνεύει σε λίγα χρόνια το νησί από όλα αυτά τα προβλήματα. Αν ζητούσαν τη γνώμη σας, τί θα προτείνατε ως εξειδικευμένος επιστήμονας για την αντιμετώπιση της διάβρωσης των ακτών της Κω;
Ποια πολιτική επιλογή;
Α.Χ.: Επειδή όπως όλοι γνωρίζουμε, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται καθυστερημένα, πολλές φορές και όχι σε συνεννόηση με τις τοπικές κοινωνίες, θα πρότεινα τη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου παράκτιου περιβάλλοντος (Coastal Observatory) που θα απαρτίζεται από εξειδικευμένο προσωπικό μελέτης και παρακολούθησης της παράκτιας ζώνης του νησιού ολιστικά. Τέτοιου τύπου παρατηρητήρια λειτουργούν στις περισσότερες παράκτιες χώρες της Ευρώπης εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η δράση αυτών των παράκτιων παρατηρητηρίων επικεντρώνεται στη συγκέντρωση απαραίτητων δεδομένων και στην καταγραφή/παρακολούθηση των διεργασιών του παράκτιου χώρου, και στην εκπόνηση ολοκληρωμένων-εξειδικευμένων μελετών, προτείνοντας στοχευμένες δράσεις/λύσεις που υποβοηθούν τους πολιτικούς άρχοντες στο σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής διαχείρισης της παράκτιας ζώνης.
Ερ: Το παρατηρητήριο ποιος θα το οργανώσει; Ο δήμος ή το κράτος;
Α.Χ.: Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης τέτοιου τύπου δομές οργανώνονται και χρηματοδοτούνται από την κεντρική κυβέρνηση, και άρα λειτουργούν ως κρατικοί φορείς. Διαθέτουν δε εξειδικευμένο προσωπικό που ασχολείται αποκλειστικά με την παρακολούθηση της παράκτιας ζώνης. Για παράδειγμα, παρακολουθούν χρόνο με το χρόνο την εξέλιξη της παραλιακής μορφολογίας, διαπιστώνουν περιοχές που αντιμετωπίζουν πλημμυρικό κίνδυνο, καταγράφουν και πραγματοποιούν δράσεις σε περιοχές οι οποίες είναι ιδιαίτερου φυσικού κάλλους όπως οι περιοχές Natura και υποβοηθούν τις τοπικές αρχές στην προστασία τους και στο να χαράξουν πολιτικές με βάση συγκεκριμένα δεδομένα.
Ερ: Τι ωραία που ακούγονται όλα αυτά… Στην Ελλάδα έχουμε τέτοια παρατηρητήρια;
Α.Χ.: Από ό,τι γνωρίζω από μια δημοσιευμένη μελέτη του 2019, ξεκίνησε η προσπάθεια δημιουργίας ενός τέτοιου παρατηρητηρίου παράκτιου περιβάλλοντος στην Καβάλα. Mία αντίστοιχη προσπάθεια είχε ξεκινήσει και στη Λέσβο μέσω του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Δυστυχώς, δράσεις τέτοιου τύπου στην Ελλάδα τείνουν να λαμβάνουν χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά προγράμματα συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας, κάτι που σημαίνει πως η όποια προσπάθεια σταματάει με τη λήξη της χρηματοδότησης, χωρίς να υπάρχει μακρόπνοη μέριμνα.
Ερ: Ίσως αν πιέσουν οι τοπικές κοινωνίες ή οι δημοτικές αρχές το κράτος, κάτι να γίνει. Όσον αφορά στο δήμο, τι θα μπορούσε να κάνει; Πώς να επέμβει;
Α.Χ.: Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς σαν νησί, είναι να «πατήσουμε» στη γνώση που ήδη έχει αποκτηθεί από τα αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος ΜΑRICC του Πανεπιστημίου Αιγαίου, να την επεκτείνουμε με νεότερα εργαλεία/δεδομένα και να χαράξουμε μια στρατηγική ολοκληρωμένης διαχείρισης της παράκτιας ζώνης. Για να συμβεί αυτό, πιστεύω πως
αρχικά θα πρέπει να επικαιροποιήσουμε το παραλιολόγιο και τις τάσεις διάβρωσης του νησιού με νέα αναλυτικά δεδομένα (δορυφορικές εικόνες, πτήσεις drone) που θα συνοδεύονται από επιτόπιες μετρήσεις στο πεδίο. Έπειτα, μπορούμε να ιεραρχήσουμε τις παραλίες του νησιού ανάλογα με την ευπάθειά τους και να τις κατηγοριοποιήσουμε ανάλογα με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Στις πιο ευπαθής περιοχές (π.χ. Κέφαλος, Καρδάμαινα), θα πρότεινα τη δημιουργία πιλοτικών σταθμών παρακολούθησης (monitoring) των υδροδυναμικών, ιζηματολογικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών τους. Τέλος, και στη βάση των παραπάνω στοιχείων, μπορούμε να προτείνουμε το είδος της πολιτικής (τεχνικών έργων ή μη) που είναι κατάλληλα για την εκάστοτε περιοχή, συνοδευόμενων από αναλύσεις κόστους-οφέλους. Πιστεύω πως τέτοιες δράσεις θα δώσουν μια ξεκάθαρη εικόνα για τα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε συνολικά στην παράκτια ζώνη του νησιού, και θα αναδειχθούν συγκεκριμένες δράσεις και μέτρα ανά περιοχή.
Ερ: Έχετε έρθει σε επαφή με τη δημοτική αρχή;
Α.Χ.: Έχω έρθει σε επαφή με την Αναπτυξιακή Εταιρεία του δήμου και προσπαθούμε να βρούμε κάποιο χρηματοδοτικό εργαλείο, ευρωπαϊκό ή εθνικό, για να προχωρήσουμε ένα τέτοιο έργο.
Ερ: Εκτός αυτού του έργου, υπάρχουν κι άλλα που θα μπορούσαν να γίνουν;
Α.Χ.: Εμμένω προς την κατεύθυνση της δημιουργίας στοχευμένου παρατηρητηρίου παράκτιου περιβάλλοντος σε επίπεδο νήσου. Η διαχείριση της παράκτιας ζώνης είναι ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα από μελέτες εξειδικευμένου προσωπικού προερχόμενου από διάφορους επιστημονικούς τομείς (μηχανικούς περιβάλλοντος, οικονομολόγους, ωκεανογράφους), επί μονίμου βάσεως. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως σε αντίθεση με άλλα συστήματα, οι παραλίες είναι από τα πλέον δυναμικά συστήματα στη Γη και τα δεδομένα μεταβάλλονται χρόνο με το χρόνο. Μία άλλη ιδέα που θα βοηθούσε στο μέλλον, είναι να έχουμε ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για θαλάσσια πλημμύρα, όπως το φαινόμενο μετεωρολογικής παλίρροιας που συνέβη πρόσφατα.
Ερ: Συνδέονται όλα αυτά με το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο που συντάσσεται για το νησί μας ή όχι;
Α.Χ.: Ο Τοπικός Πολεοδομικός Σχεδιασμός (ΤΠΣ) που λαμβάνει χώρα τώρα στο νησί μας, είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό που θα καθορίσει το μέλλον των τωρινών κατοίκων, αλλά και των επόμενων γενεών. Δείχνει τι τύπο ανάπτυξης θέλουμε στο νησί μας και με ποια όρια. Αναφορικά με τον παράκτιο χώρο, το ΤΠΣ οφείλει να εναρμονίζεται με το επικαιροποιημένο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις τεχνικές παρεμβάσεις στην παράκτια ζώνη. Να λαμβάνει υπόψη το ισχύον εθνικό πλαίσιο για την οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας (Ν. 5092/2024), την Οδηγία 2014/52 της ΕΕ σχετικά με την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς και τις κατευθύνσεις του Πρωτοκόλλου για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Παράκτιων Ζωνών της Σύμβασης της Βαρκελώνης. Στο πλαίσιο αυτό, το ΤΠΣ θα πρέπει να καθορίζει με σαφήνεια τους όρους δόμησης και τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης στον παράκτιο χώρο, να ενσωματώνει την αξιολόγηση τόσο των επιπτώσεων των έργων στο παράκτιο περιβάλλον όσο και των αναμενόμενων μελλοντικών επιπτώσεων στα ίδια τα έργα, ιδίως από φαινόμενα όπως η διάβρωση και η παράκτια πλημμύρα, και να εξετάζει την προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα των έργων υπό συνθήκες κλιματικής μεταβλητότητας και αλλαγής.
Θα ήθελα να προσθέσω ότι, διαχρονικά, το θεσμικό πλαίσιο για τον παράκτιο χώρο στην Ελλάδα έχει δεχθεί σημαντικές πιέσεις, κυρίως λόγω της τουριστικής ανάπτυξης. Αν και ο αιγιαλός παραμένει κοινόχρηστος και κατ’ αρχήν αδόμητος, στην πράξη έχουν θεσπιστεί κατά καιρούς εξαιρέσεις και ειδικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν παρεμβάσεις πολύ κοντά στην ακτογραμμή. Σε παλαιότερα χωροταξικά πλαίσια υπήρχαν πιο αυστηρές προβλέψεις για αποστάσεις δόμησης από την ακτογραμμή, ενώ σήμερα παρατηρείται μεγαλύτερη ευελιξία, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις τουριστικών επενδύσεων. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η προστασία του παράκτιου χώρου αποτελεί προτεραιότητα, με καθορισμένες ζώνες αποχής από τη δόμηση (setback zones), κάτι που αναδεικνύει την ανάγκη για πιο συνεκτική και μακροπρόθεσμη διαχείριση και στη χώρα μας.
Ερ: Εκτός των νόμων που αλλάζουν συχνά, ακόμα και αυτοί που υπάρχουν δεν εφαρμόζονται. Και αυτό επιδεινώνεται από την ανυπαρξία ελεγκτικών μηχανισμών…
Α.Χ.: Σε επίπεδο Μεσογείου, το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση Παράκτιας Ζώνης (Πρωτόκολλο της Βαρκελώνης) προβλέπει, κατ’ αρχήν, ζώνη αποχής από τη δόμηση (setback zone) τουλάχιστον 100 μέτρων από τη γραμμή του αιγιαλού, με ορισμένες εξαιρέσεις. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της πρόβλεψης στην Ελλάδα δεν είναι πλήρης, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για πιο συνεκτική και αυστηρή προστασία του παράκτιου χώρου. Συμφωνώ πως θα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένοι και αντικειμενικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί που θα βασίζονται σε επιστημονικές μεθοδολογίες. Ζούμε στην εποχή που διαθέτουμε τόσο τα κατάλληλα εργαλεία (δορυφορικές εικόνες, drones), όσο και αυτοματοποιημένες/ακριβείς επιστημονικές μεθοδολογίες ελέγχου τήρησης των συγκεκριμένων ορίων. Το μόνο που λείπει είναι η σαφής χάραξη αρμοδιοτήτων και η βούληση τού να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση.
Ερ: Κύριε Χατζηπαυλή, αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο που διαθέσατε προκειμένου να μας ενημερώσετε για ένα τόσο σημαντικό θέμα, θα ήθελα να κάνετε εσείς τον επίλογο.
Α.Χ.: Σαν Κώος, νομίζω ότι, όλοι οι κάτοικοι του νησιού βλέπουμε χρόνο με το χρόνο τις παραλίες μας να οπισθοχωρούν. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα φυλάκια του Φάρου στη Λάμπη τα οποία πλέον βρίσκονται μέσα στη θάλασσα, ενώ όταν χτίστηκαν βρίσκονταν αρκετά μέτρα μακριά από την τότε ακτογραμμή. Πλέον, δίνουμε έμφαση σε αυτά τα φαινόμενα γιατί τα βλέπουμε να έρχονται στη πόρτα μας. Και φτάνουν εκεί γιατί δεν διαχειριστήκαμε τον παράκτιο χώρο όπως έπρεπε, με σοβαρότητα και μακροπρόθεσμο πλάνο. Αυτό όμως, θα πρέπει σιγά σιγά να αλλάξει. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως ο παράκτιος χώρος αποτελεί τον πιο πολύτιμο πόρο της Κω και θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη και προστασία του, αλλά και πώς θα τον «αναπτύξουμε», σε εισαγωγικά, αναλογιζόμενοι τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει κάθε παρέμβαση – όχι μόνο για μας σήμερα, αλλά και για τις γενιές που έρχονται. Τέλος, θα ήθελα να κλείσω τη συγκεκριμένη συνέντευξη προτρέποντας τους Κώους να ενημερώνονται και να ασχολούνται πιο ενεργά με τα τεκταινόμενα του νησιού, γιατί η προστασία του τόπου μας δεν είναι ευθύνη μόνο των ειδικών ή της πολιτείας, αλλά όλων μας.
ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΤΑΘΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ


