Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης παραχώρησε στον «Σ» η πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Κω, Δ/ντρια του Οφθαλμολογικού Τμήματος του νοσοκομείου μας Κατερίνα Γαβαλά. Μας περιγράφει τη σημερινή «εικόνα» του νοσοκομείου, τη «δράση» της νέας διοίκησης η οποία δεν διαφέρει από την προηγούμενη, το γιατί δεν έχουν αποδώσει τα κίνητρα που δίνει το υπουργείο Υγείας προκειμένου να προσελκύσει γιατρούς στο ΕΣΥ και κατ’ επέκταση στη δημόσια δομή υγείας της Κω, για την έλλειψη νέου οργανισμού τόσο στο υφιστάμενο νοσοκομείο όσο και σε αυτό που θα κατασκευαστεί, για τους «περιφερόμενους» γιατρούς, για τη σχέση μεταξύ του αριθμού των ιδιωτών γιατρών του νησιού μας με τον αριθμό των υπηρετούντων στο νοσοκομείο (στο νοσοκομείο υπηρετούν 24 γιατροί, ενώ στον ιδιωτικό τομέα 153).
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ερ: Κυρία Γαβαλά, ποια είναι η σημερινή εικόνα του νοσοκομείου; Ποιο το δυναμικό του σε προσωπικό;
Κ.Γ.: Το νοσοκομείο μας κρατιέται όρθιο χάρη στην προσπάθεια των ανθρώπων του. Γιατροί, νοσηλευτές, διοικητικοί, όλοι δίνουν καθημερινά τον καλύτερό τους εαυτό. Όμως η Κως δεν είναι ένα μικρό νησί. Έχει μεγάλο πληθυσμό, αυξημένες ανάγκες και δέχεται χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Ο οργανισμός του νοσοκομείου πρέπει να αλλάξει, να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του νησιού. Είναι απολύτως αναγκαίο. Δεν ζητάμε κάτι παραπάνω. Ζητάμε, ως πολίτες, το αυτονόητο. Να μπορούμε να καλύψουμε τις ανάγκες μας με αξιοπρέπεια.
Ερ: Εξ όσων γνωρίζω, και το νέο νοσοκομείο, για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, τον ίδιο οργανισμό θα έχει. Δεν θα έπρεπε να διαφοροποιηθεί ο οργανισμός του μετά από τόσα χρόνια; Πώς το σχολιάζετε;
Κ.Γ.: Είναι προφανές. Εδώ ζητάμε νέο οργανισμό στο υφιστάμενο νοσοκομείο… Το θέμα δεν είναι κτιριακό. Έχει σχέση ξεκάθαρα με το ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο θα πρέπει να έχει ικανό αριθμό ώστε να εξυπηρετεί τόσο τους μόνιμους κάτοικους όσο και τους χιλιάδες επισκέπτες. Κακώς δεν έχει προβλεφθεί νέος οργανισμός για το νέο νοσοκομείο. Αυτό βέβαια, δείχνει την προχειρότητα με την οποία γίνονται τα πράγματα ή την έλλειψη ενδιαφέροντος προς το δημόσιο σύστημα υγείας της συγκεκριμένης κυβέρνησης.
Ερ: Ας έρθουμε στη νέα διοίκηση. Υπάρχουν αλλαγές στο νοσοκομείο και εάν ναι, ποιες είναι;
Κ.Γ.: Με τη νέα διοίκηση έχει διαμορφωθεί ένα θετικό κλίμα καθημερινής συνεργασίας. Οι σχέσεις με το προσωπικό χαρακτηρίζονται από αμοιβαία εκτίμηση και διάθεση για επίλυση προβλημάτων. Υπάρχει μια αίσθηση κοινής προσπάθειας και αυτό είναι σημαντικό. Δεν αρκεί, όμως, η καλή πρόθεση. Το νοσοκομείο χρειάζεται στήριξη με κονδύλια, όχι με μειωμένους προϋπολογισμούς. Αν θέλουμε να αλλάξει ουσιαστικά η εικόνα, το σύστημα πρέπει να ενισχυθεί από τη ρίζα του. Και αυτό ξεκινά από τη σωστή χρηματοδότηση, η οποία προβλέπεται και αποφασίζεται κεντρικά. Όσο η πολιτεία διατηρεί τις ίδιες προτεραιότητες και τα ίδια κριτήρια, οι νησιώτες θα συνεχίσουν να αισθάνονται λιγότερο ίσοι απέναντι στο αυτονόητο δικαίωμα της φροντίδας.
Ερ: Σύμφωνα με αναρτήσεις του διοικητή, αλλά και δηλώσεις του σε συναδέλφους μου, έχουν γίνει νέες προσλήψεις, έχουν παραληφθεί νέα μηχανήματα κ.λ.π. Τελικά, τι ισχύει;
Κ.Γ.: Έχουν γίνει συμβάσεις ιδιωτικού έργου με κάποιους γιατρούς. Οι ίδιες συμβάσεις είχαν γίνει και κατά την περσινή τουριστική περίοδο. Για παράδειγμα, φέτος έχουν γίνει συμβάσεις με δύο Παθολόγους οι οποίοι όμως, είναι οι ίδιοι που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και πέρσι. Στην πραγματικότητα, έχει αλλάξει η σχέση εργασίας με τους Παθολόγους και όχι ο αριθμός και ανανεώνεται κάθε χρόνο, εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον, η σύμβαση με κάποιους γιατρούς όπως ο Νεφρολόγος, ο Καρδιολόγος, οι Νευρολόγοι και ένας Ακτινολόγος. Υπάρχει και ένας Παιδίατρος ο οποίος έρχεται με απόσπαση από τη Ρόδο, ερχόταν και πέρσι και καλύπτει κάποιες ημέρες. Δεν έχει αλλάξει σημαντικά κάτι. Ουσιαστικά, ανανεώνουμε συμβάσεις και συνεργασίες που υπήρχαν και στο παρελθόν. Υπάρχουν νέες προσλήψεις σε ό,τι αφορά τεχνολογικό – παραϊατρικό προσωπικό, έχουμε μείνει όμως πολύ πίσω σε ότι αφορά τους Νοσηλευτές. Επίσης, υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τη στέγαση. Οι άνθρωποι οι οποίοι κερδίζουν μία θέση μέσω ΑΣΕΠ είναι πάρα πολύ δύσκολο να έρθουν στο νησί γιατί δεν βρίσκουν σπίτι. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις. Οι αριθμοί δείχνουν μια στασιμότητα.
Ερ: Θα ήθελα ένα σχόλιο κυρία Γαβαλά, σε σχέση με την αναλογία ιδιωτών γιατρών στο νησί μας με τους γιατρούς του ΕΣΥ που υπηρετούν στο νοσοκομείο μας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι μόνιμοι ιατροί στο νοσοκομείο είναι 24 σε σχέση με τις 40 οργανικές, οι αγροτικοί 5 σε σχέση με τις 9 οργανικές, ο αριθμός των οποίων να σημειώσουμε, αλλάζει από χρονιά σε χρονιά, 3 οι επικουρικοί και 5 ιδιώτες γιατροί με μπλοκάκι. Από την άλλη πλευρά, οι ιδιώτες γιατροί, μέλη του Ιατρικού Συλλόγου είναι περί τους 153. Με λίγα λόγια, πόσοι είναι οι ειδικοί γιατροί οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο νησί μας και πόσοι από αυτούς επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν εντός ΕΣΥ;
Κ.Γ.: Όπως έχουμε πει πάρα πολλές φορές, το ΕΣΥ δεν είναι ελκυστικό για τους γιατρούς, ούτε από πλευράς οικονομικής, ούτε από πλευράς ασφάλειας των ίδιων των γιατρών. Μιλάμε για έναν οργανισμό ο οποίος είναι ελλιπέστατος, όπως ήδη έχουμε πει, και αυτό για πολλούς γιατρούς είναι αποτρεπτικό. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι, έχουμε έναν οργανισμό νοσοκομείου το οποίο είναι σχετικά μικρό, δεν προβλέπει εξειδικεύσεις, δεν προβλέπει κλινικές και αναφέρεται σε έναν πληθυσμό ο οποίος είναι ισάξιος μιας μεγάλης ελληνικής πόλης. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι η υποστήριξη η επιστημονική από τους μόλις 24 γιατρούς, δεν μπορεί να είναι η ίδια με τους 80 ή τους 120 ή τους 150 γιατρούς σε άλλα νοσοκομεία που αναφέρονται στον ίδιο πληθυσμό. Όταν στα επείγοντα έχουμε μια προσέλευση μέχρι και 200 ασθενείς μέσα σε μια ημέρα, καταλαβαίνουμε ότι το νοσοκομείο αυτό λειτουργεί με μαξιμαλιστικές διαδικασίες. Είναι πάρα πολύ δύσκολο, λοιπόν, να πείσουμε έναν γιατρό, ο οποίος έχει συνηθίσει να λειτουργεί διαφορετικά, θέλει να αισθάνεται την ασφάλεια πολλών ειδικοτήτων γύρω του, να επιλέξει να έρθει στην παραμεθόριο περιοχή, με τη δυσκολία να βρει σπίτι, με τα λίγα χρήματα που δίνει το ΕΣΥ.
Ερ: Είναι γεγονότα που συμβαίνουν, που τα λέτε και τα λέμε, αλλά δεν εισακουόμαστε δυστυχώς. Πιστεύετε πως, εάν το νοσοκομείο μας ήταν πλήρως καλυμμένο, ήταν αυτό που μας αξίζει και δικαιούμαστε, σε σχέση πάντα με τον αριθμό των μόνιμων κατοίκων και των τουριστών, ο αριθμός των ιδιωτών γιατρών θα ήταν τόσο μεγάλος; Θα υπήρχε αυτή η ανάγκη; Θα ήταν τόσο ελκυστικό το νησί μας για τους ιδιώτες γιατρούς;
Κ.Γ.: Θα σας πω ότι, οι ιδιώτες γιατροί καλύπτουν ένα πολύ μεγάλο κενό και συμπληρώνουν το σύστημα υγείας στο νησί κατά τέτοιον τρόπο που ο πολίτης δεν αισθάνεται καμία ανασφάλεια. Οπότε θα έλεγα ότι είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι γινόμαστε ελκυστικοί στον ιδιωτικό τομέα. Δεν θα έλεγα ότι δεν τον χρειαζόμαστε, φυσικά και τον χρειαζόμαστε. Παράλληλα όμως, θα έπρεπε να έχουμε ένα νοσοκομείο το οποίο να λειτουργεί υπό τις σωστές συνθήκες και τον πληθυσμό. Σε αυτό, λοιπόν, το τοπίο, όταν έχουμε ένα σωστό και ικανό ιδιωτικό τομέα και έναν δημόσιο τομέα που λειτουργεί υποστηρικτικά σε όλο αυτό, τα πράγματα θα ήταν σαφώς καλύτερα. Οπότε ναι, θεωρώ ότι θα είχαμε εξίσου αριθμό ιδιωτών και θα είχαμε όμως ένα δημόσιο σύστημα στο οποίο και οι ιδιώτες να μπορούν να στηρίζονται, γιατί ξέρετε, όταν ένα περιστατικό δυσκολεύει, θα πρέπει κι ο ιδιώτης να μπορεί να το στείλει στη δευτεροβάθμια δομή για δευτεροβάθμιου τύπου υπηρεσίες υγείας. Είναι πολύ διαφορετικό το ιατρείο το οποίο προφανώς προσφέρει μια πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και πολύ διαφορετικό ένα νοσοκομείο. Λειτουργούν συμπληρωματικά.
Ερ: Ρητορικό το ερώτημα, αλλά το θέτω. Γιατί φεύγουν γιατροί από το ΕΣΥ για άλλες «πατρίδες» ή ιδιωτεύουν;
Κ.Γ.: Οι γιατροί έχουν επενδύσει χρόνια σπουδών, κόπων και θυσιών. Αναζητούν ένα περιβάλλον που να τους σέβεται, να τους προσφέρει σταθερότητα, αναγνώριση και προοπτική. Όταν αυτά λείπουν, πολλοί κοιτάζουν προς το εξωτερικό ή τον ιδιωτικό τομέα. Η πολιτεία πρέπει να δείξει ότι θέλει πραγματικά να κρατήσει τους επιστήμονες στη Ελλάδα. Όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις. Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε ένα σύστημα υγείας που θα στέκεται στα πόδια του και θα υπηρετεί ουσιαστικά τον κόσμο.
Ερ: Να μείνουμε λίγο στο θέμα. Το υπουργείο Υγείας υποστηρίζει πως δίνει κίνητρα για την προσέλκυση γιατρών στο ΕΣΥ, η περιφέρεια και ο δήμος ότι συνεισφέρουν οικονομικά, αλλά γιατροί δεν έρχονται. Γιατί;
Κ.Γ.: Η πρόθεση στήριξης είναι πολύτιμη και έχει ήδη εκδηλωθεί με συγκεκριμένες ενέργειες. Η ανταπόκριση όμως επηρεάζεται από τη συνολική εικόνα του συστήματος και το εργασιακό καθεστώς. Χρειάζεται το πλαίσιο να εμπνέει εμπιστοσύνη. Ένας γιατρός σκέφτεται πού θα ζήσει, αν μπορεί να κάνει οικογένεια, αν θα έχει στήριξη στα καθήκοντά του, αν θα υπάρχει ομάδα γύρω του. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο το ύψος του κινήτρου, αλλά και το αν ο επαγγελματίας αισθάνεται πως θα ενταχθεί σε ένα σταθερό, ασφαλές και ανθρώπινο περιβάλλον. Αν αυτά δεν είναι ξεκάθαρα, δύσκολα κάποιος θα πάρει την απόφαση να έρθει σε μια τόσο μακρινή περιοχή, όσο ωραία κι αν είναι. Το κίνητρο πρέπει να είναι συνολικό. Εργασιακό, επιστημονικό και ανθρώπινο. Σήμερα γνωρίζουμε πως δεν λειτούργησαν τα κίνητρα. Είναι αυτονόητο ότι, τα κίνητρα πρέπει να δίνονται εκεί που υπάρχει πραγματική ανάγκη και πραγματική ανάγκη έχει η παραμεθόριος και οι άγονες περιοχές υπό την έννοια των δύσβατων περιοχών, πράγμα το οποίο το υπουργείο δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Το υπουργείο γενικότερα δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται τη νησιωτικότητα, πράγμα το οποίο το Σύνταγμα υποστηρίζει και προβλέπει ξεκάθαρα. Είναι απαραίτητο η πολιτεία να το αντιληφθεί και να τα ξαναδεί. Δεν ωφελεί να φοράει παρωπίδες.
Ερ: Τη λέξη «νησιωτικότητα» την ακούμε χρόνια, αλλά έχει μείνει στα χαρτιά… Κυρία Γαβαλά, θα ήθελα ένα σχόλιο για το «περιλάλητο» νέο νοσοκομείο, αλλά και για Κέντρο Υγείας στην Αντιμάχεια, το οποίο έχει μετατραπεί σε περιφερειακό ιατρείο…
Κ.Γ.: Ξαναρχόμαστε, όπως είπατε, ξανά και ξανά στα ίδια. Η ανάγκη για νέο νοσοκομείο στην Κω είναι κοινά αναγνωρισμένη. Η δρομολόγηση ενός τέτοιου έργου πρέπει να γίνεται με σχέδιο, διαφάνεια, θεσμική συνέχεια και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα. Ο σχεδιασμός υποδομών υγείας δεν μπορεί να εξαντλείται σε εξαγγελίες. Χρειάζεται να εντάσσεται σε μια εθνική στρατηγική για την ισότιμη υγειονομική κάλυψη των νησιών. Και είναι δεδομένο πως η Κως αξίζει ένα δίκαιο μερίδιο φροντίδας, ανάλογο με το γεωγραφικό και φυσικά με το τεράστιο ιστορικό της βάρος. Θα έλεγα πως η εξέλιξη της πορείας και του σχεδιασμού του νέου νοσοκομείου με έχει απογοητεύσει. Δίνει την αίσθηση πως για τα κέντρα των αποφάσεων οι ανάγκες μας έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Και αυτό, αν μη τι άλλο, γεννά ερωτήματα. Xρειαζόμαστε έναν χάρτη υγείας, μια καινούργια αρχιτεκτονική μελέτη σ’ ότι αφορά στην υγεία στα νησιά. Πρέπει να συναποφασίσουμε, και λέω συναποφασίσουμε, γιατί οι τοπικοί θεσμικοί φορείς, όπως προφανώς ο δήμος, η περιφέρεια και ο ιατρικός σύλλογος, έχουν τη γνώση και την δυνατότητα να την προφέρουν στο υπουργείο σε σχέση με τα πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας των αριθμών και των ανθρώπων διότι γνωρίζουν πολλά καλά την ανθρωπογεωγραφία του τόπου. Σε αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον, πρέπει να αποφασίσουμε τι νοσοκομείο χρειαζόμαστε, τον αριθμό των εργαζόμενων ή των ασθενών που θα φιλοξενεί, πρέπει να αποφασίσουμε αν χρειαζόμαστε πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας που στα δικά μου μάτια προφανώς είναι αυτονόητο ότι την χρειαζόμαστε, σε ποια σημεία του νησιού την χρειαζόμαστε και τι είδους πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας πρέπει να έχουμε, έτσι ώστε να λειτουργεί συμπληρωματικά στην δευτεροβάθμια και ο ασθενής να αισθάνεται ασφαλής. Νομίζω ότι, κάποια στιγμή θα πρέπει πραγματικά να το συνειδητοποιήσουν οι κυβερνώντες και αυτό να το κάνουν για όλα τα νησιά, προφανώς και για όλη την Ελλάδα. Όμως, όταν το συζητάμε, μας αναφέρουν πάντα ένα κόστος το οποίο είναι πολύ μεγάλο και νομίζω ότι, η συγκεκριμένη κυβέρνηση δεν θέλει να μπει σε αυτή τη συζήτηση γιατί θα φανεί η γύμνια του δημόσιου συστήματος υγείας και θα φανεί το δεδομένο ότι, η χρηματοδότηση ή η υποχρηματοδότηση στην υγεία δεν ωφελεί τους πολίτες, ειδικά στην παραμεθόριο.
Ερ: Τα τελευταία χρόνια οι ελλείψεις μπαλώνονται με «περιφερόμενους» γιατρούς. Έρχονται για κάποιο χρονικό διάστημα, φεύγουν κι άντε πάλι από την αρχή. Αυτό είναι το μέλλον των περιφερειακών νοσοκομείων;
Κ.Γ.: Αυτό το μοντέλο, όσο και αν βοηθά προσωρινά, δεν είναι λύση. Η υγεία δεν μπορεί να λειτουργεί με μπαλώματα. Χρειάζεται συνέχεια, σχέσεις εμπιστοσύνης, γιατρούς που να γνωρίζουν τον τόπο και τον κόσμο. Χρειαζόμαστε σταθερές ομάδες που θα χτίζουν καθημερινά αυτό που λέμε δημόσια υγεία. Αν δεν επενδύσουμε σε μόνιμο προσωπικό και οργανωμένη λειτουργία, θα μένουμε συνεχώς στο ίδιο σημείο.
Ερ: Πάμε πάλι πίσω. Όταν φτιάχτηκε το ΙΚΑ στο Πλατάνι, πριν καμιά 20αριά χρόνια, το είχαμε χαρακτηρίσει κτίριο χλιδή. Είχε και Μικροβιολογικό εργαστήριο πλήρως εξοπλισμένο και Ακτινολογικό επίσης πλήρως εξοπλισμένο και ειδικό χώρο για αξονικό, η διαμόρφωση του οποίου είχε κοστίσει πολλά χρήματα αλλά ουδέποτε ήρθε, όπως ουδέποτε λειτούργησαν και τα εργαστήρια. Είχε, ιδρυθεί και Σύλλογος Γιατρών ΙΚΑ με την επωνυμία «Σύλλογος Γιατρών ΙΚΑ Κω «ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ». Το κτίριο ήταν γεμάτο ζωή και έχει καταντήσει «αποθήκη». Είναι τραγικό αυτό που συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει.
Κ.Γ.: Δεν θα διαφωνήσω μαζί σας.
Ερ: Η ανασφάλεια των συμπολιτών μας για την κατάσταση του νοσοκομείου μας, είναι διάχυτη. Πώς την εκλαμβάνετε;
Κ.Γ.: Ο κόσμος έχει δίκιο. Ζούμε εδώ, δεν είμαστε παρατηρητές. Ακούμε καθημερινά τα ερωτήματα, την αγωνία, τον φόβο. Δεν είναι υπερβολικοί οι συμπολίτες μας, είναι ρεαλιστές. Και αυτή η φωνή πρέπει να ακουστεί. Όχι για να κατηγορήσουμε, αλλά για να σχεδιάσουμε σωστά. Όταν η κοινωνία μιλά, πρέπει να τη σεβόμαστε. Όσο περισσότερο φέρνουμε τη φωνή της κοινωνίας στο επίκεντρο των αποφάσεων, τόσο πιο κοντά θα φτάνουμε στο σύστημα που όλοι επιθυμούμε. Η υγεία είναι δικαίωμα όλων μας. Η κοινωνία της Κω έχει δείξει πολλές φορές ότι ξέρει να συσπειρώνεται και να στηρίζει όσους την υπηρετούν με φιλότιμο. Τώρα είναι μια τέτοια στιγμή. Να ζητάμε από την πολιτεία, ναι. Αλλά και να δημιουργούμε, μαζί, το έδαφος ώστε να χτιστεί ένα μέλλον που να μας χωρά όλους. Με φροντίδα, με συνέχεια, με προοπτική.
Ερ: Όλα αυτά που αναφέρετε, είναι σημαντικά και δεν θα βρεθεί άνθρωπος να μην συμφωνήσει μαζί σας. Όμως, επιτρέψτε μου να πω, μοιάζουν με ευχολόγια. Ειλικρινά πιστεύετε πως, αφενός θα συσπειρωθεί η κοινωνία και θα απαιτήσει αυτά που της αξίζουν ή για να το πω πιο ωμά, αυτά που της έχουν «κλέψει»;
Κ.Γ.: Νομίζω ότι, η κοινωνία της Κω κάποια στιγμή θα πει ένα «φτάνει στην κοροϊδία» και νομίζω ότι το λέει σιγά – σιγά. Έχω την αίσθηση ότι το κάνει σε πάρα πολλές εκφάνσεις της καθημερινότητάς της και θα έρθει και η στιγμή που θα ακουστεί πολύ δυνατά και στον χώρο της υγείας. Νομίζω ότι πλέον δεν αντέχει να την υπονομεύουν ή να την κοροϊδεύουν.
Θα ήθελα να κάνω μία μια παρατήρηση. Πρέπει να πω ότι η αντιπαράθεση που προβάλλεται τεχνητά από τα κέντρα των αποφάσεων δεν ωφελεί. Το Σύνταγμα προσδιορίζει σαφώς ότι η νησιωτικότητα αποτελεί πεδίο διαφοροποίησης και προσαρμογής της κάθε νομοθεσίας για τη διασφάλιση της ισοδύναμης αντιμετώπισης των νησιωτών. Είμαστε παρόντες ώστε, με τον θεσμικό ρόλο που μας δίνεται ως ιατρικός σύλλογος Κω, να προτείνουμε λύσεις. Και το κάνουμε. Με σεβασμό στους ανθρώπους που ζουν εδώ. Με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες και στις ανάγκες της νησιωτικής Ελλάδας.
Ερ: Να κλείσουμε την κουβέντα μας με την τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική. Ποια η θέση σας;
Κ.Γ.: Η τεχνητή νοημοσύνη φέρνει εργαλεία που μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στη διάγνωση, στην παρακολούθηση, στη διαχείριση χρόνου. Παράλληλα, ανοίγει ερωτήματα για την εκπαίδευση, την ηθική και τη διαχείριση της πληροφορίας. Όμως η ιατρική δεν είναι μόνο δεδομένα. Είναι επαφή, είναι κρίση, είναι ψυχή. Ο «γιατρός μας» δεν αντικαθίσταται. Ο ρόλος μας μπορεί να εξελιχθεί, αλλά η σχέση με τον ασθενή παραμένει μοναδική. Αν ενσωματώσουμε την καινοτομία με επίγνωση και ευθύνη, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει σημαντικός σύμμαχος τόσο για τον γιατρό όσο και για τον ασθενή.
ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΤΑΘΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ


