«Πολλές περιοχές της νότιας και ανατολικής Ελλάδας και αρκετές νησιωτικές περιοχές βρίσκονται υπό αυξημένη πίεση από την ξηρασία, τη λειψυδρία, την υποβάθμιση των εδαφών και τη διάβρωση. Εκεί θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος. Στη σωστή διαχείριση του νερού, στην προστασία του εδάφους, στον περιορισμό της υπεράντλησης, στην προστασία των δασών και στην προσαρμογή των καλλιεργειών και των τοπικών υποδομών στις νέες συνθήκες. Και βέβαια οι δήμοι και οι περιφέρειες πρέπει να έχουν τους πόρους και το προσωπικό για να μπορέσουν να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές» δηλώνει στον «Σ» ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σάκης Αρναούτογλου.
Εκτιμά πως, ο τουρισμός είναι απολύτως κρίσιμος για την οικονομία των νησιών μας και φυσικά οι επενδύσεις είναι αναγκαίες, όμως κάθε νησί έχει συγκεκριμένες αντοχές σε σχέση με το νερό, την αποχέτευση, την ενέργεια, τα απορρίμματα και συνολικά τη φέρουσα ικανότητά του. «Δεν είναι αντίθεση στην ανάπτυξη αυτό. Αντίθετα, είναι προϋπόθεση για να μπορεί να υπάρχει τουρισμός και οικονομική δραστηριότητα και στο μέλλον. Γιατί αν εξαντλήσουμε τους φυσικούς πόρους ενός νησιού, στο τέλος θα πληγεί και η ποιότητα ζωής των κατοίκων και το ίδιο το τουριστικό προϊόν» σημειώνει.
Μιλά για την ανάγκη ενίσχυσης των υπηρεσιών πρόληψης και προστασίας, για τις ενέργειες που έχει κάνει και τα θέματα που έχει θέσει προς συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά και τις τροπολογίες που αφορούν σε ζητήματα όπως λ.χ. καλύτερη διαχείριση του νερού, την αποθήκευσή του, την πρόληψη, κ.λ.π., όπως επίσης για τη Ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά. «Για μένα αυτό είναι ακριβώς το ζητούμενο: τα προβλήματα του νερού, της στέγασης, των μεταφορών, των υποδομών, του τουρισμού, της αλιείας και του περιβάλλοντος να αντιμετωπίζονται συνολικά και όχι το καθένα μόνο του. Και κυρίως, η φωνή των ίδιων των νησιωτικών κοινωνιών να φτάνει εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις» σημειώνει.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ερ: Κύριε Αρναούτογλου, θα ήθελα να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας με την τελευταία παρέμβασή σας η οποία αφορά σε έκθεση του Joint Research Center της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Κρούετε τον κώδωνα του κινδύνου διότι, όπως αναφέρεται στην έκθεση, το 36% της Ελλάδας βρίσκεται υπό συνθήκες ερημοποίησης. Μπορείτε να μου δώσετε περισσότερα στοιχεία όπως λ.χ. ποιες είναι οι κόκκινες περιοχές της χώρας μας και κατά συνέπεια, ποιες θα πρέπει να είναι οι ενέργειες του κράτους ή ενδεχομένως και της τοπικής αυτοδιοίκησης;
Σ.Α.: Το 36% είναι πράγματι ένα πολύ ανησυχητικό ποσοστό. Χρειάζεται όμως μια σημαντική διευκρίνιση. Η έκθεση δεν λέει ότι το 36% της Ελλάδας έχει μετατραπεί σε έρημο. Αναφέρει ότι αυτό το ποσοστό της έκτασης της χώρας βρίσκεται υπό συνθήκες ερημοποίησης. Η Ελλάδα εμφανίζεται μάλιστα ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά. Θα ήμουν όμως προσεκτικός στο να χαρακτηρίσω συγκεκριμένους νομούς ως κόκκινους αν αυτό δεν προκύπτει ακριβώς με αυτόν τον τρόπο από τα ίδια τα δεδομένα της έκθεσης. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι, πολλές περιοχές της νότιας και ανατολικής Ελλάδας και αρκετές νησιωτικές περιοχές βρίσκονται υπό αυξημένη πίεση από την ξηρασία, τη λειψυδρία, την υποβάθμιση των εδαφών και τη διάβρωση. Εκεί θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος. Στη σωστή διαχείριση του νερού, στην προστασία του εδάφους, στον περιορισμό της υπεράντλησης, στην προστασία των δασών και στην προσαρμογή των καλλιεργειών και των τοπικών υποδομών στις νέες συνθήκες. Και βέβαια οι δήμοι και οι περιφέρειες πρέπει να έχουν τους πόρους και το προσωπικό για να μπορέσουν να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές.
Ερ: Ανάμεσα στα νησιά που αντιμετωπίζουν πρόβλημα βρίσκεται και η Κως, ένα νησί που υποδέχεται εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες κάθε καλοκαίρι, προκαλώντας σοκ στον υδροφόρο ορίζοντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον τόπο και τους κατοίκους του. Παρά ταύτα, κάθε χρόνο αυξάνονται οι ξενοδοχειακές κλίνες με τους αρμόδιους να λένε, ναι μεν αλλά, και την πολιτεία να μιλά για επενδύσεις. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Σ.Α.: Δεν θεωρώ σωστό να τίθεται το ζήτημα ως σύγκρουση ανάμεσα στον τουρισμό και στο περιβάλλον. Ο τουρισμός είναι απολύτως κρίσιμος για την οικονομία των νησιών μας και φυσικά οι επενδύσεις είναι αναγκαίες. Όμως κάθε νησί έχει συγκεκριμένες αντοχές. Το νερό είναι πεπερασμένο, οι υποδομές έχουν όρια και οι ανάγκες αυξάνονται πολύ τους θερινούς μήνες. Για αυτό θεωρώ αυτονόητο ότι κάθε νέα μεγάλη επένδυση πρέπει να εξετάζεται και σε σχέση με το νερό που διαθέτει το νησί, την αποχέτευση, την ενέργεια, τα απορρίμματα και συνολικά τη φέρουσα ικανότητά του. Δεν είναι αντίθεση στην ανάπτυξη αυτό. Αντίθετα, είναι προϋπόθεση για να μπορεί να υπάρχει τουρισμός και οικονομική δραστηριότητα και στο μέλλον. Γιατί αν εξαντλήσουμε τους φυσικούς πόρους ενός νησιού, στο τέλος θα πληγεί και η ποιότητα ζωής των κατοίκων και το ίδιο το τουριστικό προϊόν.
Ερ: Επανέρχομαι στην έκθεση, η οποία κάνει λόγο για προστασία των δασών, των υδάτων κ.λ.π. Πώς θα γίνει αυτό κύριε Αρναούτογλου την ώρα που η υποστελέχωση σε αρμόδιες υπηρεσίες όπως είναι λ.χ. η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου πνέει τα λοίσθια; Κλείσιμο Δασονομείων, καμία πρόσληψη επί σειρά ετών, αποχωρήσεις υπαλλήλων, μειωμένη χρηματοδότηση. Το αυτό και στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Υποστελέχωση, παλαιά οχήματα, εξοπλισμός με το σταγονόμετρο. Τελικά, πώς θα προστατέψουμε τον τόπο και τους ανθρώπους του αφού τη θέση της πρόληψης την έχει καταλάβει στην κυριολεξία η καταστολή;
Σ.Α.: Δεν μπορώ να γνωρίζω την ακριβή σημερινή υπηρεσιακή εικόνα κάθε τοπικής υπηρεσίας και δεν θα ήθελα να κάνω έναν γενικό χαρακτηρισμό χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Το γενικό πρόβλημα όμως της ανάγκης ενίσχυσης των υπηρεσιών πρόληψης και προστασίας είναι υπαρκτό και έχει αναδειχθεί επανειλημμένα. Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση για τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα έχει επισημάνει την ανάγκη ενίσχυσης των Δασικών Υπηρεσιών, καλύτερης συνεργασίας τους με την Πυροσβεστική και σταθερότερης χρηματοδότησης της πρόληψης. Η πυρόσβεση φυσικά είναι απαραίτητη. Αλλά η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να αρχίζει όταν ξεσπάσει η φωτιά. Αρχίζει πολύ νωρίτερα. Με διαχείριση των δασών, καθαρισμούς, αντιπυρικό σχεδιασμό, συντήρηση υποδομών, προσωπικό, εκπαίδευση και σωστή προετοιμασία των τοπικών κοινωνιών. Άρα αυτό που χρειαζόμαστε είναι καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση. Όσο περισσότερο επενδύουμε πριν από μια καταστροφή τόσο περισσότερες πιθανότητες έχουμε να περιορίσουμε τις συνέπειές της.
Ερ: Πολύ ωραία τα λέτε. Όλα αυτά είναι διαπιστώσεις και σε αυτόν τον τομέα, θα μου επιτρέψετε να πω πως, τα πάμε πολύ καλά και εσείς οι πολιτικοί κι εμείς οι πολίτες. Όπως τα πάμε και στο «θα έπρεπε». Τι γίνεται όμως, όταν από όλα αυτά δεν συμβαίνει τίποτα; Και το γνωρίζετε πολύ καλά…
Σ.Α.: Συμφωνώ ότι οι διαπιστώσεις δεν αρκούν. Για αυτό και προσωπικά προσπαθώ να αφήνω συγκεκριμένο θεσμικό αποτύπωμα. Στις 10 Φεβρουαρίου 2026 έθεσα στην Ολομέλεια την ανάγκη να περάσουμε από την καταστολή στην πρόληψη. Στις 7 Μαΐου 2026 επανήλθα με ερώτηση για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πρόληψης και ανθεκτικότητας απέναντι στις δασικές πυρκαγιές. Στις 2 Ιουνίου 2026 έφερα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη συζήτηση «FueltheSolutionNottheFire» για την ενεργή διαχείριση των δασών. Και ήδη από τις 25 Μαρτίου 2026 η Επιτροπή είχε παρουσιάσει τη νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση που δίνει πολύ μεγαλύτερο βάρος στην πρόληψη, στην ετοιμότητα και στην τεχνολογία. Αυτή είναι η λογική που υπηρετώ. Λιγότερα λόγια και περισσότερη πίεση για συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ερ: Σε σχέση με άλλα κράτη μέλη, σε ποιο επίπεδο βρίσκεται η Ελλάδα αναφορικά με την πρόληψη;
Σ.Α.: Θα απέφευγα να τοποθετήσω την Ελλάδα σε κάποια συγκεκριμένη θέση μιας ευρωπαϊκής κατάταξης, γιατί δεν υπάρχει ένας ενιαίος και απολύτως συγκρίσιμος πίνακας που να μετρά συνολικά την πρόληψη σε όλα τα κράτη μέλη. Η Ελλάδα έχει αναπτύξει εμπειρία στην αντιμετώπιση μεγάλων φυσικών καταστροφών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρά περιθώρια βελτίωσης στην πρόληψη. Και η ευρωπαϊκή συζήτηση πλέον κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Περισσότερη πρόληψη, καλύτερη ετοιμότητα, γρηγορότερη αντίδραση και καλύτερη αποκατάσταση μετά από μια καταστροφή. Για μένα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα μέσα διαθέτουμε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Είναι τι έχουμε κάνει όλους τους προηγούμενους μήνες ώστε να μειώσουμε τον κίνδυνο πριν φτάσουμε στο καλοκαίρι.
Ερ: Αυτό ακριβώς ρωτάω. Τι έχουμε κάνει τόσο ως Ε.Ε. όσο και ως Ελλάδα; Διότι, εκ του αποτελέσματος διαπιστώνουμε πως δεν…
Σ.Α.: Έχουν γίνει πράγματα, αλλά δεν αρκούν. Στο νερό, για παράδειγμα, έχω καταθέσει τροπολογίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για καλύτερη διαχείριση, αποθήκευση νερού, βιώσιμη άρδευση και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Τον Φεβρουάριο του 2026 έθεσα και το πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα των μικρών έργων συλλογής και αποθήκευσης επιφανειακών υδάτων για περιοχές με λειψυδρία. Στις 24 Ιουλίου 2026 έθεσα και το θέμα της άμεσης χρηματοδότησης για τη λειψυδρία και το ασφαλές πόσιμο νερό στην Ερείκουσα. Άρα δεν μιλάμε γενικά για το νερό. Προσπαθώ να πηγαίνω συγκεκριμένα προβλήματα στο ευρωπαϊκό επίπεδο και να ανοίγω δρόμο για χρηματοδότηση και εφαρμογή.
Ερ: Υπάρχει και η άποψη, σύμφωνα με την οποία, η κλιματική κρίση χρησιμοποιείται και ως άλλοθι προκειμένου να δικαιολογηθούν οι καταστροφές και οι ανθρώπινες απώλειες από πυρκαγιές, πλημμύρες, κ.ά. Τη συμμερίζεστε ή όχι;
Σ.Α.: Δεν θα έλεγα ότι η κλιματική αλλαγή είναι άλλοθι. Είναι μια πραγματικότητα που επιβαρύνει σημαντικά πολλούς φυσικούς κινδύνους. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και σε άλλες περιπτώσεις οι πολύ έντονες βροχοπτώσεις δημιουργούν πιο δύσκολες συνθήκες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε καταστροφή μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή. Η πρόληψη, ο χωροταξικός σχεδιασμός, η κατάσταση των υποδομών, η διαχείριση των δασών και των ρεμάτων και η ετοιμότητα των υπηρεσιών εξακολουθούν να έχουν τεράστια σημασία. Για αυτό πιστεύω ότι πρέπει να λέμε και τα δύο. Η κλιματική αλλαγή αυξάνει τον κίνδυνο. Και ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι ο κίνδυνος αυξάνεται, έχουμε μεγαλύτερη υποχρέωση να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι.
Ερ: Πόσο αισιόδοξος είστε για τα μέτρα που θα λάβει κατ’ αρχάς το Ευρωκοινοβούλιο και στη συνέχεια η Ελλάδα για όσα προαναφέραμε; Και ένα υποερώτημα. Ποια η άποψή σας για τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά και την αντίστοιχη στρατηγική για τις παράκτιες κοινότητες;
Σ.Α.: Είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος. Θεωρώ θετικό ότι πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο πως τα νησιά και οι παράκτιες περιοχές έχουν διαφορετικές ανάγκες από τις ηπειρωτικές περιοχές. Στα νησιά τα ζητήματα του νερού, της ενέργειας, των μεταφορών, της στέγασης, της τουριστικής πίεσης και της κλιματικής αλλαγής συνδέονται μεταξύ τους. Η ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά και η αντίστοιχη προσέγγιση για τις παράκτιες κοινότητες είναι μια σημαντική ευκαιρία. Αυτό όμως που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το επόμενο βήμα. Αν δηλαδή αυτές οι στρατηγικές θα μεταφραστούν σε πραγματικά εργαλεία, χρηματοδότηση και καλύτερα κριτήρια σχεδιασμού. Η Ευρώπη μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο. Η επιτυχία όμως θα κριθεί και από το πώς θα το αξιοποιήσει κάθε κράτος μέλος και κάθε τοπική κοινωνία.
Ερ: Ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά την ώρα που η νησιωτική πολιτική, για την οποία μιλάμε δεκαετίες, είναι ανύπαρκτη. Στο ερώτημα «γιατί», οι απαντήσεις είτε είναι ασαφείς, είτε πολιτικάντικες, είτε επιρρίπτονται ευθύνες στους… άλλους. Σας θέτω, λοιπόν, ευθέως το ερώτημα: Γιατί;
Σ.Α.: Γιατί για πολλά χρόνια τα προβλήματα των νησιών αντιμετωπίζονταν αποσπασματικά. Εγώ προσπάθησα να τα βάλω στο ίδιο κάδρο, αλλά και να φέρω την ίδια την Τοπική Αυτοδιοίκηση πιο κοντά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Τον Μάιο του 2025 φιλοξένησα στις Βρυξέλλες δημάρχους μικρών νησιών και ορεινών δήμων και οργανώσαμε συναντήσεις με αρμόδιους Επιτρόπους και υψηλόβαθμα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εκεί τέθηκαν πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, όπως η παράνομη αλιεία στο Αιγαίο, αλλά και η ανάγκη για σταθερές και αξιόπιστες θαλάσσιες συνδέσεις. Η συστηματική πίεση και η συνεργασία που ακολούθησε συνέβαλαν στην προώθηση συμβάσεων ακτοπλοϊκών γραμμών μεγαλύτερης διάρκειας, ώστε τα νησιά να έχουν μεγαλύτερη σταθερότητα και ασφάλεια στα δρομολόγιά τους. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει η ελληνική Περιφέρεια όταν φτάνει στις Βρυξέλλες οργανωμένα, με συγκεκριμένα αιτήματα και τεκμηρίωση.
Παράλληλα, στις 26 Μαΐου 2025 έθεσα το πρόβλημα της στέγασης στα ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα για γιατρούς, εκπαιδευτικούς και εποχικό προσωπικό. Στις 11 Φεβρουαρίου 2026 έθεσα το ζήτημα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των συγχρηματοδοτούμενων επενδύσεων στα νησιά, ενώ έχω παρέμβει επανειλημμένα για το νερό και τη λειψυδρία.
Και στις 10 Ιουνίου 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρώτη ειδική ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά. Για μένα αυτό είναι ακριβώς το ζητούμενο: τα προβλήματα του νερού, της στέγασης, των μεταφορών, των υποδομών, του τουρισμού, της αλιείας και του περιβάλλοντος να αντιμετωπίζονται συνολικά και όχι το καθένα μόνο του. Και κυρίως, η φωνή των ίδιων των νησιωτικών κοινωνιών να φτάνει εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Ερ: Δεν μπορώ να μην αναφέρω την απάντηση που λάβατε σε κοινοβουλευτική ερώτησή σας από τον εκτελεστικό αντιπρόεδρο κ. Fitto σχετικά με την εφαρμογή της αρχής Μη Πρόκλησης Σημαντικής Βλάβης DNSH σε συγχρηματοδοτούμενες επενδύσεις που λαμβάνουν χώρα σε νησιωτικές περιοχές. Ένα θέμα που σας τέθηκε από την «Βιώσιμη Κω» σε συνεργασία με τις «Φωνές για το Αρχιπέλαγος». Αν κατάλαβα καλά, ο αντιπρόεδρος πετάει το μπαλάκι στα κράτη μέλη και εν προκειμένω, στην Ελλάδα.
Σ.Α.: Θα το διατύπωνα λίγο διαφορετικά. Η απάντηση δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης για την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων βρίσκεται πράγματι στις εθνικές και στις αρμόδιες διαχειριστικές αρχές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει εποπτικό ρόλο. Η αρχή της Μη Πρόκλησης Σημαντικής Βλάβης υπάρχει ακριβώς για να διασφαλίζεται ότι μια επένδυση που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους δεν δημιουργεί σημαντική περιβαλλοντική ζημιά. Το ερώτημα που θέσαμε ήταν κατά πόσο εξετάζονται επαρκώς και οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας σειράς επενδύσεων σε ένα νησί. Στο νερό, στη βιοποικιλότητα, στο τοπίο και στη συνολική φέρουσα ικανότητά του. Για μένα εδώ το βασικό ζήτημα είναι η διαφάνεια. Όταν χρησιμοποιούνται ευρωπαϊκά χρήματα, ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει με ποια στοιχεία και με ποια διαδικασία κρίθηκε ότι μια επένδυση δεν προκαλεί σημαντική βλάβη.
Ερ: Πιστεύετε πως, ο πολίτης και εν προκειμένω ο Έλληνας πολίτης, το γνωρίζει αυτό που λέτε; Διότι προσωπικά, αν και δημοσιογράφος, δεν γνωρίζω και το ομολογώ δημόσια…
Σ.Α.: Όχι, και αυτό είναι πρόβλημα. Για αυτό έφερα το θέμα του DNS, με πολύ απλά λόγια σημαίνει ότι ένα έργο που χρηματοδοτείται με ευρωπαϊκά χρήματα δεν αρκεί να είναι οικονομικά χρήσιμο. Πρέπει επίσης να αποδεικνύεται ότι, δεν προκαλεί σοβαρή ζημιά σε βασικούς περιβαλλοντικούς στόχους, όπως το νερό, το κλίμα, τη βιοποικιλότητα, την κυκλική οικονομία και τη ρύπανση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ήθελα να ξεκαθαριστεί ποιος ελέγχει τις επενδύσεις, ποιος έχει την ευθύνη και πώς εξετάζονται οι επιπτώσεις στο νερό, στη βιοποικιλότητα και στη φέρουσα ικανότητα ενός νησιού. Ο πολίτης δεν χρειάζεται να ξέρει τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς απ’ έξω. Πρέπει όμως να ξέρει ποιος αποφάσισε, με ποια στοιχεία και ποιος λογοδοτεί. Αυτό είναι το ουσιαστικό αποτέλεσμα μιας κοινοβουλευτικής παρέμβασης. Να μετατρέπεις ένα πρόβλημα που σου θέτουν οι πολίτες σε συγκεκριμένη θεσμική απάντηση.
Ερ: Κύριε Αρναούτογλου, είναι τόσα πολλά που θέλω να σας ρωτήσω και που προκύπτουν και από τις απαντήσεις σας. Αυτοπεριορίζομαι όμως. Ένα τελευταίο ερώτημα που αφορά στη διάβρωση των ακτών μας. Η κατάσταση χρόνο με το χρόνο χειροτερεύει, όπως αναφέρουν επιστημονικά δεδομένα, αλλά και όπως διαπιστώνουμε εμείς οι ίδιοι συγκρίνοντας το πριν με το σήμερα. Αρκεί να σας πω ότι, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα μας ο επιστήμονας και ερευνητής Αντώνης Χατζηπαυλής, ανέφερε πως οι περισσότερες από τις 78 παραλίες της Κω παρουσιάζουν θέματα διάβρωσης. Αναφέρομαι στην Κω ως παράδειγμα, διότι εκτιμώ πως η διάβρωση ακτών αφορά και σε άλλες περιοχές τόσο της χώρας μας όσο και άλλων χωρών. Ευρωπαϊκή πολιτική υπάρχει γι αυτό το θέμα, διότι εθνική δεν το βλέπω;
Σ.Α.: Η διάβρωση των ακτών είναι σαφώς ευρωπαϊκό πρόβλημα και δεν αφορά μόνο την Κω ή την Ελλάδα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο το θέμα αντιμετωπίζεται μέσα από τις πολιτικές προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, τη διαχείριση των παράκτιων ζωνών, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και την προστασία από πλημμύρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή λύση για κάθε παραλία. Οι παρεμβάσεις πρέπει να σχεδιάζονται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε ακτής και με σοβαρή επιστημονική τεκμηρίωση. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί μια τεχνική παρέμβαση που προστατεύει ένα συγκεκριμένο σημείο μπορεί, αν δεν έχει σχεδιαστεί σωστά, να μεταφέρει το πρόβλημα λίγο πιο κάτω. Γι αυτό θεωρώ απαραίτητη τη συστηματική παρακολούθηση της ακτογραμμής, τη χαρτογράφηση των αλλαγών και έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό για τις παράκτιες περιοχές. Η Ελλάδα, με το μήκος της ακτογραμμής της και με τόσο μεγάλο μέρος της οικονομίας της να συνδέεται με τη θάλασσα και τον τουρισμό, έχει κάθε λόγο να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της ευρωπαϊκής συζήτησης.
Ερ: Κύριε Αρναούτογλου, αφού σας ευχαριστήσω θερμά για τη συνέντευξη, θα ήθελα να κάνετε εσείς τον επίλογο της κουβέντας μας.
Σ.Α.: Θα έλεγα κάτι πολύ απλό. Για πολλά χρόνια θεωρούσαμε ότι το νερό, η γη, τα δάση και οι ακτές μας είναι περίπου ανεξάντλητα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν είναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει η ανάπτυξη. Σημαίνει ότι πρέπει να σχεδιάζουμε διαφορετικά την ανάπτυξη. Ένας τόπος πρέπει να μπορεί να δημιουργεί δουλειές, να υποδέχεται επισκέπτες και να αναπτύσσεται χωρίς να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται το ίδιο του το μέλλον. Και νομίζω ότι ειδικά στα νησιά αυτό γίνεται πλέον πολύ εύκολα αντιληπτό. Χρειαζόμαστε περισσότερο σχεδιασμό, περισσότερη πρόληψη, καλύτερη αξιοποίηση της επιστήμης και μεγαλύτερη συμμετοχή των ανθρώπων που ζουν μόνιμα σε αυτούς τους τόπους. Αυτό προσπαθώ και εγώ μέσα από τη δουλειά μου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τα προβλήματα να μην τα συζητάμε μόνο όταν έχουν ήδη εξελιχθεί σε κρίση, αλλά όσο υπάρχει ακόμη χρόνος να τα προλάβουμε.







